Featured

Τεράστιας σημασίας και σπουδαιότητας η μελέτη που ακολουθεί του Ζμπίγκνιεφ Κοβαλέφσκι για τις περιπέτειες της "Σοβιετικής Ουκρανίας", καθώς μάλιστα φωτίζει, μεταξύ άλλων, και σημαντικές πτυχές του υπό εξέλιξη πολέμου. Πέρα από τις συνήθεις "αγιογραφίες" που έχουν πέραση στην αριστερά (και ειδικά στην ελληνική), η μελέτη του Κοβαλέφσκι αποκαλύπτει πόσο σύνθετη, αντιφατική και συχνά καθόλου παρουσιάσιμη ήταν η αντιμετώπιση και διαχείριση του ουκρανικού εθνικού ζητήματος από τους μπολσεβίκους ακόμα και στα πρώτα χρόνια της μεγάλης αντικαπιταλιστικής επανάστασης τους. Διαβάζοντας την πολύτιμη μελέτη του ιστορικού αλλά και επαναστάτη μαρξιστή Ζμπίγκνιεφ Κοβαλέφσκι διαπιστώνουμε -ίσως με θλίψη- ότι ένα αιώνα αργότερα, βρισκόμαστε σήμερα εκεί που άφησαν άλυτο το "ουκρανικό ζήτημα" εκείνοι οι μεγάλοι επαναστάτες της δεκαετίας του 1920. Και κυρίως, ότι το ουκρανικό εθνικό ζήτημα εξακολουθούν να το στοιχειώνουν τα φαντάσματα εκείνων των -όχι πια και τόσο- μακρινών καιρών. Καλή ανάγνωση...
Γ.Μητραλιάς

Για την Ανεξαρτησία της Σοβιετικής Ουκρανίας

Zbigniew Marcin Kowalewski

Zbigniew Marcin KowalewskiΠαρά το γιγάντιο τεράστιο βήμα προς τα εμπρός που έκανε η Οκτωβριανή Επανάσταση στον τομέα των εθνικών σχέσεων, η απομονωμένη προλεταριακή επανάσταση σε μια καθυστερημένη χώρα αποδείχθηκε ανίκανη να λύσει το εθνικό ζήτημα, ιδιαιτέρως το ουκρανικό ζήτημα, το οποίο είναι, στην ουσία του, διεθνούς χαρακτήρα. Η Θερμιδωριανή αντίδραση, με κολοφώνα τη Βοναπαρτιστική γραφειοκρατία, έριξε τις εργαζόμενες μάζες πολύ πίσω και στην εθνική σφαίρα. Οι πλατιές μάζες του ουκρανικού λαού είναι δυσαρεστημένες με την εθνική τους μοίρα και επιθυμούν να την αλλάξουν δραστικά. Αυτό ακριβώς το γεγονός πρέπει να λάβει ως αφετηρία του ο επαναστάτης πολιτικός, σε αντίθεση με τον γραφειοκράτη και τον σεκταριστή.

Εάν η κριτική απέναντί μας ήταν ικανή να σκεφτεί πολιτικά, θα είχε μαντέψει χωρίς πολλή δυσκολία τα επιχειρήματα των Σταλινικών εναντίον του συνθήματος για μια ανεξάρτητη Ουκρανία: « Αρνείται τη θέση της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης»˙ « διασπά την ενότητα των επαναστατικών μαζών»˙ «εξυπηρετεί όχι τα συμφέροντα της επανάστασης, μα εκείνα του ιμπεριαλισμού». Με άλλα λόγια οι Σταλινικοί θα επαναλάμβαναν και τα τρία επιχειρήματα του συγγραφέα μας. Θα το κάνουν ασφαλώς την επαύριο....

Ο σεκταριστής, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, βρίσκεται συμπαραστάτης της αστυνομίας, συγκαλύπτοντας το staus quo, δηλαδή την αστυνομική βία, με στείρες εικοτολογίες για την ανωτερότητα της σοσιαλιστικής ενοποίησης των εθνών ως αντίποδα της διατήρησης των διαιρέσεών τους. Βεβαίως , η απόσχιση της Ουκρανίας είναι παθητικό συγκρινόμενη με την εκούσια και ισότιμη σοσιαλιστική ομοσπονδία: αλλά θα γίνει αναντίρρητο ενεργητικό εν συγκρίσει με τον γραφειοκρατικό στραγγαλισμό του Ουκρανικού λαού. Για να ταιριάξεις πιο στενάκαι πιο έντιμα, είναι μερικές φορές αναγκαίο πρώτα να διαχωρίζεις.i

Το παρατιθέμενο άρθρο του Τρότσκυ «Η Ανεξαρτησία της Ουκρανίας και Παραζαλισμένοι Σεκταριστές» (Ιούλιος 1939) είναι, με κάμποσους τρόπους, πολύ σημαντικότερο από το άρθρο του Απριλίου της ίδιας χρονιάς, «Το Ουκρανικό Ζήτημα». Πρώτα από όλα, ξεσκεπάζει και αφοπλίζει τους ψευδομαρξιστές σεκταριστές, οι οποίοι, στο όνομα της υπεράσπισης του προλεταριακού διεθνισμού, τον μεταμορφώνουν σε μια στείρα αφαίρεση, και απορρίπτουν το σύνθημα της εθνικής ανεξαρτησίας ενός λαού καταπιεσμένου από την γραφειοκρατία του Κρεμλίνου. Στο άρθρο αυτό ο Τρότσκυ αναλαμβάνει τη συνέχεια της ιδεολογικής πάλης που διεξήγαγε ο Λένιν ενάντια στην «τάση προς τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», μια τάση που ήταν ενεργή στις γραμμές του μπολσεβίκικου κόμματος όπως επίσης και στην άκρα αριστερά της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουμε ότι το επίθετο «ιμπεριαλιστικός» που ο Λένιν αποδίδει σε αυτή τη μορφή του οικονομισμού μέσα στο επαναστατικό κίνημα εν σχέσει προς το εθνικό ζήτημα, δικαιολογείται από θεωρητικούς λόγους που επικαλείται ο εισηγητής του όρου. Μια κοινωνιολογική εξέταση θα έδειχνε ότι αυτή η τάση εδράζεται κυρίως μεταξύ των επαναστατών σοσιαλιστών που ανήκουν σε επικυρίαρχα και ιμπεριαλιστικά έθνη. Οι σεκταριστές που καταγγέλλει ο Τρότσκυ, είναι μόνο μια καινούργια εκδοχή της ίδιας τάσης εναντίον της οποίας αγωνίστηκε ο Λένιν τον καιρό της συζήτησης του δικαιώματος των εθνών για αυτοπροσδιορισμό στο πλαίσιο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης.

Δεύτερο, το άρθρο του Τρότσκυ περιέχει θεωρητικές και πολιτικές αντιλήψεις που είναι απαραίτητες για την κατανόηση της ορθότητας και της ανάγκης για ένα σύνθημα όπως αυτό της ανεξαρτησίας της Σοβιετικής Ουκρανίας, καθώς επίσης και για την εθνική επανάσταση ενός καταπιεσμένου έθνους ως παράγοντα και συστατικού της αντιγραφειοκρατικής επανάστασης στη Σοβιετική Ένωση και στην Ανατολική Ευρώπη. Για να αντιληφθεί ο αναγνώστης τον πλούτο αυτής της συνεισφοράς, παροτρύνεται να διαβάσει και μόνος του το άρθρο.

Τρίτο, ο Τρότσκυ εξηγεί ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της Ουκρανίας, ο πραγματικός διεθνισμός και η πραγματική αναζήτηση της διεθνιστικής ενότητας της εργατικής τάξης είναι αδύνατα χωρίς καθαρή και αποφασιστική υποστήριξη του εθνικού «διαχωρισμού».

Για να καταστεί δυνατή μια αυθεντική αδελφότητα των λαών στο μέλλον, οι προχωρημένοι εργάτες της Μεγάλης Ρωσίας πρέπει, ακόμα και τώρα, να καταλάβουν τις αιτίες του Ουκρανικού αποσχιστισμού όπως επίσης και την λανθάνουσα δύναμή και την ιστορική νομοτέλεια που κρύβονται πίσω του, και πρέπει χωρίς καμία επιφύλαξη, να δηλώσουν στον Ουκρανικό λαό ότι είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν με όλη τους τη δύναμη το σύνθημα για μια ανεξάρτητη Σοβιετική Ουκρανία σε συνδυασμό με την πάλη ενάντια στη γραφειοκρατική αυταρχία και ενάντια στον ιμπεριαλισμό.ii

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί καν, πως αυτό το καθήκον πέφτει στην ευθύνη της πρωτοπορίας του διεθνούς εργατικού κινήματος πριν ακόμα γίνει καθήκον του Ρώσικου προλεταριάτου. Η υπεράσπιση του συνθήματος για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας που υιοθέτησε το παγκόσμιο συνέδριο της 4ης Διεθνούς το 1957 και το 1979, είναι σήμερα ένα καθήκον τεράστιας πολιτικής σπουδαιότητας. Η ανάδυση εθνικών μαζικών κινημάτων των καταπιεσμένων λαών της ΕΣΣΔ απαιτεί το σύνθημα της εθνικής ανεξαρτησίας να γίνει μέρος της γενικής μας προπαγάνδας και αγκιτάτσιας. Εάν δεν γίνει αυτό, η σοσιαλιστική αντιπολίτευση στην ΕΣΣΔ θα αφήσει το πεδίο ανοιχτό στη γραφειοκρατία, η οποία ελπίζει να απομονώσει τους αντιγραφειοκρατικούς αγώνες που διεξάγονται στις μη Ρωσικές δημοκρατίες από τη πάλη των εργατών στη Μεγάλη Ρωσία. Παραλείπουν έτσι ένα από τα βασικά μεταβατικά καθήκοντα της αντιγραφειοκρατικής πάλης.

Τέταρτον, ο Τρότσκυ συνεισέφερε μια ουσιώδη διασάφηση στην ιστορική συζήτηση για το δικαίωμα των εθνών στον αυτοπροσδιορισμό, εξαλείφοντας ταυτόχρονα από το Λενινιστικό αυτό σύνθημα τα αφηρημένα και πολιτικώς περιττά του χαρακτηριστικά. Ο Τρότσκυ εξηγεί πως, εάν η καταπίεση ενός λαού είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, δεν χρειάζεται αυτός ο λαός να έχει ήδη μπει στον αγώνα ζητώντας ανεξαρτησία για να προωθήσουμε το σύνθημα της ανεξαρτησίας. Τον καιρό που ο Τρότσκυ έριξε αυτό το σύνθημα, κανείς στη Σοβιετική Ένωση δεν θα μπορούσε να απαιτήσει τέτοιο πράγμα χωρίς να έχει να αντιμετωπίσει την εκτέλεση ή να φυλακιστεί στα Γκουλάγκ. Μια πολιτική βλέποντας-και-κάνοντας θα οδηγούσε μόνο στον πολιτικό και προγραμματικό αφοπλισμό των επαναστατών. Ένας καταπιεσμένος λαός χρειάζεται ανεξαρτησία επειδή είναι καταπιεσμένος. Η ανεξαρτησία, λέει ο Τρότσκυ, είναι το απαραίτητο δημοκρατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ένας καταπιεσμένος λαός καθίσταται ελεύθερος ώστε να αυτοπροσδιοριστεί. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει αυτοπροσδιορισμός έξω από τα συμφραζόμενα της εθνικής ανεξαρτησίας.

Για να διαμορφώσει ελεύθερα τις σχέσεις της με τις άλλες Σοβιετικές δημοκρατίες, για να κατέχει το δικαίωμα να πει ναι ή όχι, η Ουκρανία πρέπει να αναλάβει πλήρη ελευθερία δράσης, τουλάχιστον για τη διάρκεια της συντακτικής αυτής περιόδου. Δεν υπάρχει άλλο όνομα γι' αυτό εκτός από κρατική ανεξαρτησία.

Για να εξασκήσει τον αυτοπροσδιορισμό – και κάθε καταπιεσμένος λαός χρειάζεται και πρέπει να έχει την πιο μεγάλη ελευθερία δράσης στο πεδίο αυτό – χρειάζεται να υπάρξει ένα συντακτικό συνέδριο του έθνους.

Αλλά ένα «συντακτικό» συνέδριο δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το συνέδριο ενός ανεξάρτητου κράτους που προετοιμάζεται για να καθορίσει εκ νέου το ίδιο το εσωτερικό του καθεστώς όπως και την διεθνή του θέση iii

Μπροστά στην αδυσώπητη αυστηρότητα αυτής της εξήγησης κάθε άλλος λόγος περί του δικαιώματος των καταπιεσμένων εθνών στον αυτοπροσδιορισμό τους, μόνο με ταχυδακτυλουργίες μπορεί να υποστηριχθεί. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να το υπερασπίσει κανείς χωρίς να παλεύει για να έχουν οι καταπιεσμένοι λαοί ταμέσα για να το εξασκήσουν˙ παναπεί, χωρίς να απαιτεί την αναγκαία κρατική ανεξαρτησία για την σύγκλιση μιας ελεύθερης συντακτικής συνέλευσης ή συνεδρίου.

Τέλος, και αυτό είναι ένα ζήτημα σημαίνουσας σπουδαιότητας, ο Τρότσκυ αναγνώρισε ότι η Οκτωβριανήεπανάσταση δεν επέλυσε το εθνικό ζήτημα που κληρονόμησε από τη Ρωσική αυτοκρατορία. Απομονωμένη σε μια καθυστερημένη χώρα, μπορούσε μόνο και με μεγάλη δυσκολία να το θέσει προς επίλυση. Αλλά ήταν εξοπλισμένη για κάτι τέτοιο; Στην προοπτική μιας νέας, αντιγραφειοκρατικής, επανάστασης πρέπει να αποφασίσουμε εάν τα ίδια μέσα μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν ή εάν είναι αναγκαία μια τελείως διαφορετική προσέγγιση. Νομίζω πως ο Τρότσκυ ήταν πεπεισμένος ότι η δεύτερη επιλογή ήταν η σωστή. Πρόκειται για ένα ζήτημα πρώτης σπουδαιότητας που δεν φαίνεται να έχει ποτέ απασχολήσει το Τροτσκιστικό κίνημα, παρότι είναι ένα αναγκαίο σημείο εκκίνησης για κάθε συζήτηση γύρω από την καταλληλότητα του συνθήματος του Τρότσκυ του 1939.

Η Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία – τυπικά (και πλασματικά όπως η Λευκορωσία) μέλος του ΟΗΕ – είναι η σημαντικότερη από τις μη Ρωσικές δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι επίσης η μεγαλύτερη σε έκταση μετά τη Ρωσία χώρα της Ευρώπης (603.700 Km2) και μία από τις μεγαλύτερες σε πληθυσμό (πάνω από 70 εκ. το 74% των οποίων είναι Ουκρανοί). Ο Ουκρανικός λαός αποτελεί το μεγαλύτερο καταπιεσμένο έθνος στην ΕΣΣΔ και την Ευρώπη. Η εργατική τάξη των πόλεων αποτελεί περισσότερο από το 50% του συνολικού πληθυσμού και περισσότερο από το 75% του Ουκρανικού πληθυσμού της δημοκρατίας. Η απελευθέρωση του τεράστιου δυναμικού που αντιπροσωπεύει αυτή η τάξη από το διπλό ζυγό της γραφειοκρατικής δικτατορίας και της εθνικής καταπίεσης είναι ένα θεμελιώδες καθήκον και όρος για την ανάπτυξη της αντιγραφειοκρατικής επανάστασης στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, όπως επίσης και για την κοινωνική επανάσταση σε ολόκληρη την ήπειρο. Είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς οποιοδήποτε προχώρημα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ευρώπη χωρίς την νίκη της Ουκρανικής εθνικής επανάστασης που έχει, όπως εξήγησε ο Τρότσκυ, μια διεθνή στρατηγική διάσταση. Αυτό που αγνοούν οι σεκταριστές όταν καταπιάνονται με το ζήτημα αυτό είναι το γεγονός πως η εθνική επανάσταση, μια από τις πιο σπουδαίες και πιο περίπλοκες μορφές ταξικής πάλης, δεν μπορεί να παρακαμφθεί με απλές αναφορές στην αντιγραφειοκρατική επανάσταση στην ΕΣΣΔ ως όλον ή στην μελλοντική Ευρωπαϊκή και παγκόσμια επανάσταση.iv

Ο Μπολσεβικισμός αντιμέτωπος με μια απρόσμενη εθνική επανάσταση

Θεωρούμενος από πολλούς – συμπεριλαμβανομένων των Μαρξ και Ένγκελς κάποτε – ως «λαός χωρίς ιστορία» v, ο Ουκρανικός λαός συγκροτήθηκε ως έθνος με έναν κατ' εξοχήν «ιστορικό» τρόπο, δηλαδή ηρωικά. Το 1648, η κοινότητα των ελευθέρων και της στρατιωτικής δημοκρατίας, που ήταν γνωστή ως οι Κοζάκοι, σχημάτισε έναν λαϊκό απελευθερωτικό στρατό, και ξεσηκώθηκε σε μια τεράστια αγροτική εξέγερση εναντίον του πολωνικού κράτους, της άρχουσας τάξης του και της εκκλησίας του. Το εθνικό κράτος που εγκαθιδρύθηκε στη διάρκεια της εξέγερσης δεν κατάφερε να σταθεροποιηθεί αλλά η Κοζάκικη και αγροτική εξέγερση αποκρυστάλλωσε ένα ιστορικό έθνος, πριν ακόμα και από τη διαμόρφωση των σύγχρονων εθνών μέσω της εξάπλωσης του καπιταλισμού.vi Μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα το μεγαλύτερο μέρος των Ουκρανικών εδαφών είχε μετασχηματισθεί σε μια επαρχία της Τσαρικής αυτοκρατορίας, γνωστή ως «μικρή Ρωσία». Στις παραμονές της Ρωσικής επανάστασης ήταν μια «Ευρωπαϊκού» τύπου αποικία. vii Εν συγκρίσει προς το γενικό επίπεδο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης στην αυτοκρατορία, η περιοχή αυτή ήταν μια από τις πιο εκβιομηχανισμένες και χαρακτηριζόμενες από μια ισχυρή διείσδυση το κεφαλαίου στη γεωργία. Ο Ουκρανός ήταν συνώνυμος του αγρότη επειδή γύρω στο 90% του πληθυσμού ζούσαν στην ύπαιθρο. Μεταξύ των 3,6 εκατομμυρίων προλεταρίων (12% του πληθυσμού) 0,9 εκατομμύρια δούλευαν στη βιομηχανία και 1,2 εκατομμύρια στην γεωργία. Ως προϊόν μιας πολύ άνισης ανάπτυξης του καπιταλισμού, το μισό βιομηχανικό προλεταριάτο ήταν συγκεντρωμένο στον μεταλλευτικό και χαλυβουργικό θύλακα της Ντονμπάς. Εξαιτίας της αποικιακής ανάπτυξης και της Τσαρικής «λύσης» του Εβραϊκού ζητήματος, μόνο 43% του προλεταριάτου ήταν Ουκρανικής εθνικότητας, ενώ οι υπόλοιποι ήταν Ρώσοι, Εκρωσισμένοι και Εβραίοι. Οι Ουκρανοί αποτελούσαν λιγότερο από το ένα τρίτο του αστικού πληθυσμού.viii Το δυτικό μέρος της Ουκρανίας, η Γαλικία, ανήκε στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία. Τα δύο κεντρικά αιτήματα του αναγεννημένου εθνικού κινήματος ήταν η ανεξαρτησία και η ενότητα (σαμοστιινιστ ι σομπορνιστ) της Ουκρανίας.

Η επανάσταση του 1917 άνοιξε το δρόμο για την Ουκρανική εθνική επανάσταση. Ήταν η πιο δυνατή, η πιο μαζική και η πιο βίαιη από όλες τις επαναστάσεις των καταπιεσμένων εθνών της αυτοκρατορίας. Οι μάζες απαίτησαν μια ριζική αγροτική μεταρρύθμιση, ανεξαρτησία, τη θέσπιση μιας Ουκρανικής κυβέρνησης και ανεξαρτησία. Τα οπορτουνιστικά μικροαστικά και εργατικά κόμματα της Κεντρικής Ράντα (συμβούλιο) που ηγήθηκαν του εθνικού κινήματος αντιτάχθηκαν στο αίτημα της ανεξαρτησίας, Το διακήρυξαν μόνο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση προς την οποία ήταν εχθρικά. Επιτρέποντας τη διέλευση αντεπαναστατικών στρατιωτικών μονάδων, η Κεντρική Ράντα προκάλεσε μια κήρυξη πολέμου από τη Σοβιετική Ρωσία εναντίον της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουκρανίας. Οι μπολσεβίκοι ήταν πολύ άσχημα προετοιμασμένοι για να διαχειριστούν την Ουκρανική εθνική επανάσταση.

Το δικαίωμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού που προβλήθηκε από τον Λένιν, ήταν ένα σύνθημα που δεν είχε αφομοιωθεί πολύ καλά από το κόμμα. Αμφισβητούνταν ακόμα από ένα αρκετά μεγάλο ρεύμα, που χαρακτηρίστηκε από τον Λένιν ως «ιμπεριαλιστικός οικονομισμός». Αυτή η αμφισβήτηση ήταν ιδιαιτέρως επικίνδυνη καθώς εμφανίστηκε μέσα στο προλεταριακό κόμμα ενός έθνους που ήταν παραδοσιακά καταπιεστής και είχε γίνει ιμπεριαλιστικό, σε μια αυτοκρατορία που χαρακτηρίστηκε από τον Λένιν ως μια πελώρια φυλακή των λαών. Εκτός από τα γραπτά του Λένιν, η μόνη συνολική εργασία επί του εθνικού ζητήματος που βρισκόταν στη διάθεση του μπολσεβίκικου κόμματος ήταν η συγκεχυμένη, στην πραγματικότητα σε μεγάλη έκταση λανθασμένη μελέτη του Στάλιν. Γραμμένη το 1913, δεν καταπιανόταν καν με το εθνικό ζήτημα στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού.ix Ο ίδιος ο Λένιν εξέφρασε συγκεχυμένες και απερίσκεπτες θέσεις όπως είναι η υπερβάλλουσα έμπνευση που άντλησε από το παράδειγμα του Αμερικάνικου χωνευτήριου και η κατηγορηματική απόρριψη της ομοσπονδιακής λύσης. Την καταδίκασε ως αντιφατική προς την ιδέα του για ένα συγκεντρωτικό κράτος και απαίτησε κάθε εθνότητα να διαλέξει μεταξύ της πλήρους απόσχισης και της εθνικής-εδαφικής αυτονομίας μέσα σε ένα συγκεντρωτικό πολυεθνικό κράτος. Διαπαιδαγώγησε το κόμμα σε αυτό το πνεύμα για περισσότερο από δέκα χρόνια. Μετά την επανάσταση, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για τη μεταστροφή του, ανακήρυξε την ομοσπονδία των εθνών ως την σωστή λύση και ως συμβατή με τον κρατικό συγκεντρωτισμό – μια στροφή που πολλοί μπολσεβίκοι ηγέτες δεν πήραν στα σοβαρά. Εκτός και επιπλέον από το δημοκρατικό σύνθημα του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό, ο μπολσεβικισμός δεν είχε ούτε πρόγραμμα ούτε στρατηγική για εθνική και κοινωνική διαρκή επανάσταση για τους καταπιεσμένους λαούς της αυτοκρατορίας.

Στην Ουκρανία, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, το Μπολσεβίκικο Κόμμα (όπως και το Μενσεβίκικο) ήταν ενεργό μόνο μεταξύ των πιο συγκεντρωμένων και σύγχρονων τμημάτων του προλεταριάτου, το οποίο δεν ήταν Ουκρανικής εθνικότητας. Η διάδοση του κομμουνισμού μέσα στο προλεταριάτο ακολούθησε τη δυναμική της ανάπτυξης του αποικιακού βιομηχανικού καπιταλισμού. Η πολιτική δράση μέσα στο εθνικό προλεταριάτο ήταν το πεδίο της Ουκρανικής σοσιαλδημοκρατίας που κρατήθηκε έξω από το σχίσμα Μπολσεβίκων/Μενσεβίκων και κατηγορούνταν από τους Μπολσεβίκους ότι συνθηκολόγησε με τον «αστικό εθνικισμό». Η «εθνική» μπουρζουαζία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Στην περίοδο αυτή, η διάκριση μεταξύ του εθνικισμού των καταπιεστών και του εθνικισμού των καταπιεζόμενων ήταν ήδη παρούσα στα γραφτά του Λένιν αλλά και οι δύο θεωρούνταν αστικοί εθνικισμοί. Η έννοια του επαναστατικού εθνικισμού δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Ο Σοσιαλεπαναστατικός λαϊκισμός, που μετατρεπόταν σε εθνικό και αυτόνομο από το Ρωσικό του ισοδύναμο, εκπροσωπούσε μια άλλη ενεργή πολιτική δύναμη μέσα στις Ουκρανικές μάζες. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα στην Ουκρανία χρησιμοποιούσε μόνο τα Ρωσικά στον τύπο και στην προπαγάνδα του. Αγνόησε το εθνικό ζήτημα και δεν διέθετε ούτε καν κέντρο ηγεσίας στην επικράτεια. Δεν είναι έκπληξη λοιπόν πως όταν ξέσπασε η εθνική επανάσταση πιάστηκε άοπλο.

Στην Ουκρανία το Μπολσεβίκικο κόμμα προσπάθησε να οργανωθεί ως μια χωριστή οντότητα μόνο μετά τη συμφωνία του Μπρέστ-Λιτόφσκ, δηλαδή στη διάρκεια της πρώτης μπολσεβίκικης υποχώρησης και στο ξεκίνημα της κατοχής της χώρας από τον ιμπεριαλιστικό Γερμανικό στρατό. Στην ειδική για την περίπτωση συνδιάσκεψη που συγκλήθηκε στο Tahanrihx τον Απρίλιο του 1918, ήταν παρούσες αρκετές τάσεις. Στα δεξιά οι «Κατερινοσλαβίτες»xi με τον Εμμανουήλ Κβιρίν. Στα αριστερά, οι «Κιεβινοί» με τον Γιούρι Πιατακόφ, αλλά επίσης και οι «Πολταβίτες»xii ή «εθνικοί» με τον Μύκολα Σκρίπνικ και τον Βασίλ Σακράι, ενισχυμένοι από την υποστήριξη μιας ομάδας της άκρας αριστεράς της Ουκρανικής σοσιαλδημοκρατίας. Η δεξιά, βασισμένη στο Ρωσικό βιομηχανικό προλεταριάτο πρότεινε το σχηματισμό του Ρώσικου ΚΚ (Μπ) στην Ουκρανία. Οι «Πολταβίτες» και οι «Κιεβινοί» ήθελαν ένα τελείως ανεξάρτητο μπολσεβίκικο κόμμα. Ένα τμήμα των «Πολταβιτών» ήθελαν να ρυθμίσουν το εθνικό ζήτημα με έναν ριζικό τρόπο μέσω της ίδρυσης μιας ανεξάρτητης Σοβιετικής Ουκρανίας. Ο Σακράι, ο πιο ριζοσπαστικός, ήθελε ακόμα και το κόμμα να ονομαστεί Ουκρανικό ΚΚ (Μπ). Οι «Κιεβινοί» ήταν υπέρ ενός ανεξάρτητου κόμματος (και ίσως κράτους) ενώ αρνούνταν την ύπαρξη του εθνικού ζητήματος και θεωρούσαν οπορτουνιστικό σύνθημα το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Με τον Πιατακόφ εκπροσωπούσαν τους πιο ακραίους υποστηρικτές του «ιμπεριαλιστικού οικονομισμού». Εντούτοις, ταυτόχρονα, ταυτίζονταν με τον Μπουχαρινικό «αριστερό κομμουνισμό» και ήταν εχθρικοί στην ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ και στον λενινιστικό συγκεντρωτισμό. Για να δηλωθούν ως αντιπολίτευση στον Λένιν, ήθελαν ένα ανεξάρτητο μπολσεβίκικο κόμμα στην Ουκρανία. Επιπλέον, θεωρούσαν ότι στην Ουκρανία ήταν αναγκαία μια ιδιαίτερη στρατηγική, που να απευθύνεται προς τις αγροτικές μάζες και να βασίζεται στο εξεγερτικό τους δυναμικό. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο οι «Κιεβινοί» συμμάχησαν με τους «Πολταβίτες» Και ήταν η θέση του Σκρίπνικ εκείνη που επικράτησε. Απορρίπτοντας την προσέγγιση του Κβιρίν από τη μια και του Σακράι από την άλλη, η συνδιάσκεψη ανακήρυξε το Κομμουνιστικό Κόμμα (Μπ) στην Ουκρανία, ως το Ουκρανικό τμήμα, ανεξάρτητο από το Ρωσικό ΚΚ (Μπ), της Κομμουνιστικής Διεθνούς.xiii

Ο Σκρίπνικ, προσωπικός φίλος του Λένιν, ένας ρεαλιστής που μελετούσε πάντοτε το συσχετισμό των δυνάμεων, αναζητούσε ένα μίνιμουμ για την ομοσπονδία της Ουκρανίας με τη Ρωσία και ένα μάξιμουμ εθνικής ανεξαρτησίας. Κατά τη γνώμη του, η διεθνής επέκταση της επανάστασης ήταν εκείνη που θα έκανε δυνατή την αντίσταση με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στην πίεση της Μεγάλης Ρωσίας προς τον συγκεντρωτισμό. Επικεφαλής της πρώτης μπολσεβίκικης κυβέρνησης στην Ουκρανία είχε μερικές πικρές εμπειρίες: τη σωβινιστκή συμπεριφορά του Μουράβιεφ, του διοικητή του Κόκκινου Στρατού που πήρε το Κίεβο, την άρνηση να αναγνωρίσει την κυβέρνησή του και το σαμποτάρισμα της δουλειάς του από έναν άλλον διοικητή, τον Αντόνωφ-Οφσεγιένκο, για τον οποίον η ύπαρξη μιας τέτοιας κυβέρνησης ήταν προϊόν φαντασιώσεων για μια Ουκρανική εθνικότητα. Επιπρόσθετα, ο Σκρίπνικ ήταν υποχρεωμένος να πολεμήσει σκληρά για την Ουκρανική ενότητα ενάντια στους Ρώσους μπολσεβίκους που, σε αρκετές περιοχές, ανακήρυξαν σοβιετικές δημοκρατίες, κατακερματίζοντας τη χώρα. Η ενσωμάτωση της Γαλικίας μέσα στην Ουκρανία δεν τους ενδιέφερε ούτε αυτούς. Η εθνική προσδοκία για σομπορνίστ, την ενοποίηση της χώρας, αψηφήστηκε με αυτόν τον τρόπο ανοιχτά. Η πιο σοβαρή αντιπαράθεση έγινε με την «Κατερινοσλαβίτικη» δεξιά πτέρυγα του κόμματος.xiv Σχημάτισαν μια σοβιετική δημοκρατία στην μεταλλευτική και βιομηχανική περιοχή του Ντονέσκ – Κριβιι Ριχ, συμπεριλαμβανομένης και της Ντονμπάς, με στόχο να την ενσωματώσουν στη Ρωσία. Αυτή η δημοκρατία, διακήρυξαν οι ηγέτες της, ήταν αυτή ενός Ρώσικου προλεταριάτου «το οποίο δεν θέλει να ακούσει τίποτα για κάποια λεγόμενη Ουκρανία και δεν έχει τίποτα κοινό με αυτήν»xv Αυτή η απόπειρα απόσχισης μπορούσε να υπολογίζει σε κάποια υποστήριξη από τη Μόσχα. Η κυβέρνηση του Σκρίπνικ είχε να αντιπαλέψει αυτές τις τάσεις των Ρώσων συντρόφων της, για την σομπορνίστ της Σοβιετικής Ουκρανίας μέσα στα εθνικά σύνορα που ορίστηκαν, διαμέσου της Κεντρικής Ράντα, από το εθνικό κίνημα των μαζών.

Το πρώτο συνέδριο του ΚΚ (Μπ) Ουκρανίας έλαβε χώρα στη Μόσχα. Για τον Λένιν και την ηγεσία του Ρωσικού ΚΚ (Μπ) η απόφαση του Tahanrih είχε το άρωμα μια εθνικιστικής παρέκκλισης. Δεν ήταν έτοιμοι να δεχθούν ένα ανεξάρτητο μπολσεβίκικο κόμμα στην Ουκρανία ή ένα Ουκρανικό τμήμα της Κομιντέρν. Το ΚΚ (Μπ) της Ουκρανίας μπορούσε μόνο να είναι μια οργάνωση περιοχής του Παν-Ρωσικού ΚΚ(Μπ), σύμφωνα με τη θέση «μία χώρα, ένα κόμμα». Δεν ήταν χώρα η Ουκρανία;

Ο Σκρίπνικ θεωρήθηκε υπεύθυνος για την παρέκκλιση, και απομακρύνθηκε από την ηγεσία του κόμματος. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, ο Σακράι,(1888 - 1919) ο πιο αδιάλλακτος από τους «Πολταβίτες» ξαναπέρασε σε ανοιχτή διαφωνία. Με δύο βιβλία εμπρηστικού περιεχομένου, γραμμένα μαζί με τον Ουκρανοεβραίο σύντροφό του Σέρχιι Μαζλάκ, έβαλαν τα θεμέλια ενός φιλο-ανεξαρτησιακού Ουκρανικού κομμουνισμού. Γι' αυτούς η Ουκρανική εθνική επανάσταση ήταν μια πράξη τεράστιας σπουδαιότητας για την παγκόσμια επανάσταση. Η φυσική και νόμιμη τάση αυτής της επανάστασης και η ανάπτυξή της σε μια κοινωνική επανάσταση μπορούσε να οδηγήσει μόνο στο σχηματισμό μιας σοβιετικής Ουκρανίας των εργατών και των αγροτών ως ανεξάρτητου κράτους. Το σύνθημα της ανεξαρτησίας ήταν έτσι κρίσιμο για να εξασφαλίσει αυτή την ανάπτυξη, για τη διαμόρφωση της συμμαχίας των εργατών και των αγροτών, για να γίνει δυνατό να πάρει το επαναστατικό προλεταριάτο την εξουσία και να εγκαθιδρύσει μια πραγματική και ειλικρινή ενότητα με το Ρώσικο προλεταριάτο. Μόνο από αυτόν τον δρόμο θα μπορούσε η Ουκρανία να γίνει ένα προπύργιο της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Η αντίθετη πολιτική θα οδηγούσε σε καταστροφή. Αυτό ήταν το μήνυμα του ρεύματος του Σακράι.xvi

Και ήταν πράγματι μια καταστροφή.

Οι λόγοι της αποτυχίας της δεύτερης Μπολσεβίκικης κυβέρνησης

Τον Νοέμβριο του 1918, κάτω από την επίδραση της κατάρρευσης των κεντρικών δυνάμεων στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και του ξεσπάσματος της επανάστασης στη Γερμανία, μια γενικευμένη εθνική εξέγερση ανέτρεψε το Χετμανάτο, ένα ψευδοκράτος που εγκατέστησε στην Ουκρανία ο Γερμανικός ιμπεριαλισμός. Οι οπορτουνιστές ηγέτες της πρώην Κεντρικής Ράντα της Ουκρανικής Λαϊκής Δημοκρατίας που μόλις λίγο πριν είχαν συμβιβαστεί με τον Γερμανικό ιμπεριαλισμό, μπήκαν επικεφαλής της εξέγερσης για την παλινόρθωση της Δημοκρατίας και της κυβέρνησής της, που αυτή τη φορά αποκλήθηκε Διευθυντήριο. Ο Σίμον Πετλιούρα, ένας πρώην σοσιαλδημοκράτης που είχε γίνει δεξιός ορκιζόμενος άγριο μίσος προς τον μπολσεβικισμό, έγινε ο de facto στρατιωτικός δικτάτορας. Αλλά αυτή η άνευ προηγουμένου έγερση μιας εθνικής επανάστασης των μαζών ήταν επίσης και η έγερση μιας κοινωνικής επανάστασης. Όπως το είχαν και προηγουμένως κάνει αντιμέτωπες με την Κεντρική Ράντα, οι μάζες γρήγορα έχασαν τις ψευδαισθήσεις τους για το διευθυντήριο του Πετλιούρα και ξαναστράφηκαν στο κοινωνικό πρόγραμμα των μπολσεβίκων. Η άκρα αριστερά του Ουκρανικού Σοσιαλεπαναστατικού κόμματος, οι αποκαλούμενοι Μποροτμπιστές, που γίνονταν όλο και περισσότερο φιλο-κομουνιστές, επιβεβαίωσαν την ιδεολογική του επιρροή μέσα στις μάζες.xvii

Σε μια κατάσταση που ευνοούσε τη δυνατότητα σύγκλισης μεταξύ της Ρωσικής επανάστασης και της Ουκρανικής επανάστασης, ο Κόκκινος Στρατός ξαναμπήκε στη χώρα, εκδίωξε το Διευθυντήριο και εγκαθίδρυσε τη δεύτερη μπολσεβίκικη κυβέρνηση. Ο Πιατακόφ ήταν ο επικεφαλής αυτής της κυβέρνησης πριν ανακληθεί γρήγορα στη Μόσχα.

Αν και συνέχισε να αγνοεί το εθνικό ζήτημα – γι' αυτόν η Ουκρανική επανάσταση δεν ήταν εθνική αλλά αγροτική επανάσταση – η κυβέρνηση Πιατακόφ, ευαίσθητη στην κοινωνική πραγματικότητα της Ουκρανίας, θέλησε να γίνει μια ανεξάρτητη κρατική εξουσία. Θεωρούσε μια τέτοια εξουσία απαραίτητη για να εξασφαλίσει την ανάπτυξη της αγροτικής επανάστασης σε μια προλεταριακή επανάσταση και να δώσει προλεταριακή ηγεσία στον επαναστατικό πόλεμο του λαού. Η Μόσχα διόρισε τον Κριστιάν Ρακόφσκυ στη θέση του Πιατακόφ. Ο Ρακόφσκυ είχε πρόσφατα αφιχθεί από τα Βαλκάνια, όπου το εθνικό ζήτημα ήταν ιδιαιτέρως περίπλοκο και οξύ, δήλωσε ειδικός στο Ουκρανικό ζήτημα και αναγνωρίστηκε ως τέτοιος στη Μόσχα, συμπεριλαμβανομένου και του Λένιν. Στην πραγματικότητα, αν και ήταν ένας πολύ ταλαντούχος αγωνιστής και πλήρως αφιερωμένος στην υπόθεση της παγκόσμιας επανάστασης, ήταν τελείως αδαής και επικίνδυνος στην λεγόμενη ειδικότητά του. Στην Ισβέστια, την εφημερίδα της Σοβιετικής κυβέρνησης, ανακοίνωσε τις ακόλουθες θέσεις: Οι εθνικές διαφορές μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων είναι ασήμαντες, οι Ουκρανοί αγρότες δεν έχουν εθνική συνείδηση, στέλνουν ακόμα και εκκλήσεις προς τους Μπολσεβίκους ζητώντας να γίνουν Ρώσοι υπήκοοι˙ αρνούνται να διαβάσουν επαναστατικές προκηρύξεις στα Ουκρανικά ενώ καταβροχθίζουν το ίδιο πράγμα στα Ρώσικα. Η εθνική συνείδηση των μαζών είχε επικαλυφθεί από την κοινωνική ταξική τους συνείδηση. Η λέξη «Ουκρανός» ήταν πρακτικά μια βρισιά γι' αυτούς. Η εργατική τάξη είναι καθαρά Ρωσικής καταγωγής. Η βιομηχανική μπουρζουαζία και η πλειοψηφία των μεγαλογαιοκτημόνων είναι Ρώσοι, Πολωνοί ή Εβραίοι. Συμπερασματικά, ο Ρακόφσκυ δεν αναγνωρίζει καν μια εθνική οντότητα στην Ουκρανία και γι' αυτόν το Ουκρανικό εθνικό κίνημα ήταν απλώς μια επινόηση της διανόησης που υποστήριζε τον Πετλιούρα, και η οποία τη χρησιμοποιούσε για να αναρριχηθεί στη εξουσία.xviii

Ο Ρακόφσκυ κατάλαβε στην εντέλεια ότι η μπολσεβίκικη επανάσταση στην Ουκρανία ήταν ο «στρατηγικός κόμβος» και ο «αποφασιστικός παράγοντας» στην επέκταση της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη.xix Εντούτοις, ανίκανος να τοποθετήσει το όραμά του μέσα στα συμφραζόμενα της Ουκρανικής εθνικής επανάστασης ή να αναγνωρίσει ότι αυτή η τελευταία ήταν αναπόφευκτη και απαραίτητη ενεργή δύναμη, ο Ρακόφσκυ καταδίκασε την ίδια του τη στρατηγική σε ναυάγιο στα βράχια του Ουκρανικού ζητήματος. Ένα τραγικό αλλά συγγενικό λάθος εν συγκρίσει με εκείνο του Λένιν δεκαοκτώ μήνες μετά, που έριξε την Ευρωπαϊκή επανάσταση στο βάλτο του Πολωνικού εθνικού ζητήματος δίνοντας εντολές εισβολής στην Πολωνία.

Σε αντίθεση με τα αιτήματα του Πιατακόφ, η κυβέρνηση Ρακόφσκυ – που ήταν στα χαρτιά κυβέρνηση μιας «ανεξάρτητης δημοκρατίας» - θεώρησε τον εαυτό της ως απλή περιφερειακή μεταβίβαση εξουσίας από το Ρωσικόεργατικό κράτος. Αλλά η αντικειμενική πραγματικότητα είναι αδυσώπητη. Απέναντι στην προσπάθεια του Ρακόφσκυ να επιβάλει έναν Μεγαλορωσικό κομμουνιστικό συγκεντρωτισμό, η εθνική πραγματικότητα, όπως την είχαν ήδη εξηγήσει μπολσεβίκοι σαν τον Σακράι ακόμη και , με το δικό τους τρόπο, μπολσεβίκοι σαν τον Πιατακόφ, έκανε την παρουσία της αισθητή. Ο συγκεντρωτισμός αυτός απελευθέρωσε ισχυρές φυγόκεντρες δυνάμεις. Η προλεταριακή επανάσταση δεν ηγήθηκε της εθνικής επανάστασης˙ ούτε και καμία προλεταριακή στρατιωτική ηγεσία κατάφερε να επιβληθεί επικεφαλής της ένοπλης εθνικής και κοινωνικής εξέγερσης των μαζών. Για να αποκτήσουν ταξική συνείδηση, οι μάζες ενός καταπιεσμένου έθνους πρέπει πρώτα να διασχίσουν το στάδιο της απόκτησης εθνικής συνείδησης. Με αλλοτριωμένους , ακόμα και κατεσταλμένους τους φορείς αυτής της συνείδησης, η στρατολόγηση για την διοίκηση περιορίστηκε στη συχνά αντιδραστική Ρωσική μικρομπουρζουαζία, που ήταν συνηθισμένη να υπηρετεί κάτω από όποιον βρισκόταν στην εξουσία στη Μόσχα. Τα πράγματα ήταν τα ίδια και στο στρατό˙ η στρατολόγηση έγινε μεταξύ ανθρώπων με πολύ χαμηλό επίπεδο συνείδησης, για να μην πούμε λούμπεν στοιχείων. Το αποτέλεσμα ήταν η συσσώρευση ετερόκλητων ένοπλων δυνάμεων, με διοικητές να ποικίλουν από το Νέστορα Μαχνό (παρουσιαζόμενο από τον κεντρικό τύπο με ενθουσιώδη λόγια ως τον φυσικό επαναστάτη ηγέτη των εξεγερμένων φτωχών αγροτών, παραβλέποντας εντελώς τις αναρχοκομμουνιστικές του απόψεις, τελείως παράταιρες με τον Μπολσεβικισμό)xx μέχρι καθαρούς τυχοδιώκτες σαν τον Ματβίι Χριχόριιβ. Αυτός ο τελευταίος προτάθηκε για το αξίωμα του πληρεξουσίου Κόκκινου διοικητή μιας μεγάλης περιοχής από τον Αντόνωφ-Οφσεγιένκο.

Η αριστερή αγροτική πολιτική, αυτή της κοινότητας, που μεταφυτεύθηκε στην Ουκρανία από τη Ρωσία στη βάση της αρχής μια χώρα, μια αγροτική πολιτική, απαλλοτρίωσε αναπόφευκτα τους μεσαίους αγρότες. Τους οδήγησε στην αγκαλιά των πλουσίων αγροτών και διασφάλισε την εχθρότητά τους προς την κυβέρνηση Ρακόφσκυ ενώ ταυτόχρονα απομόνωνε και διαιρούσε τους φτωχούς αγρότες. Η εξουσία ασκούνταν από το Μπολσεβίκικο Κόμμα, της επαναστατικές επιτροπές και τις επιτροπές των φτωχών αγροτών, που επέβαλε το κόμμα από τα πάνω. Τα σοβιέτ επιτρέπονταν μόνο σε μερικές από τις μεγάλες πόλεις και ακόμη και τότε είχαν μόνο συμβουλευτικό ρόλο. Το αίτημα με την πλατύτερη υποστήριξη ήταν όλη η εξουσία στα δημοκρατικά εκλεγμένα Σοβιέτ - ένα αίτημα Μπολσεβίκικης προέλευσης που προσέκρουε τώρα πια στην παρούσα Μπολσεβίκικη πολιτική. Στο εθνικό ζήτημα, η πολιτική αυτή ήταν μια πολιτική γλωσσικού εκρωσισμού, η “δικτατορία του ρωσικού πολιτισμού” που κήρυξε ο Ρακόφσκυ και η καταστολή των αγωνιστών της εθνικής αναγέννησης. Ο Μεγαλορώσος φιλισταίος μπόρεσε να ενδυθεί με την κόκκινη σημαία για να καταπνίξει την παραμικρή οσμή Ουκρανικού εθνικισμού και να υπερασπίσει την ιστορική «μία και αδιαίρετη» Ρωσία. Αργότερα ο Σκρίπνικ κατάρτισε κατάλογο με 200 διατάγματα «απαγόρευσης της χρήσης της Ουκρανικής γλώσσας» που συντάχθηκαν υπό τον Ρακόφσκυ από μια «ποικιλία ψευδοσοσιαλιστών, Σοβιετικών γραφειοκρατών και ψευδοκομμουνιστών».xxi Σε γράμμα τους στον Λένιν οι Μποροτμπιστές επρόκειτο να περιγράψουν την πολιτική αυτής της κυβέρνησης ως πολιτική «επέκτασης ενός «κόκκινου» ιμπεριαλισμού (Ρωσικού εθνικισμού)» που έδινε την εντύπωση ότι «η Σοβιετική εξουσία στην Ουκρανία είχε πέσει στα χέρια πωρωμένων μαυροεκατονταρχιτών που προετοίμαζαν αντεπανάσταση». xxii

Στη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρεκτροπής, ο αντάρτικος στρατός του Χριχόρηιβ κατέλαβε την Οδησσό και διακήρυξε ότι πέταξε το εκστρατευτικό σώμα της Αντάντ στη θάλασσα (το οποίο στην πραγματικότητα βρισκόταν σε διαδικασία εκκένωσης της πόλης). Το φανταστικό αυτό κατόρθωμα υποστηρίχθηκε από την Μπολσεβίκικη προπαγάνδα. Πιάνοντας την μεταστροφή στον αέρα, ο Χριχόρηιφ «νικητής της Αντάντ», στασίασε ενάντια στην εξουσία «της κομμούνας, της Τσεκά και των κομισαρίων» των σταλμένων από τη Μόσχα και από τη γη «όπου σταύρωσαν τον Ιησού Χριστό». Έδωσε το σύνθημα για ένα κύμα εξεγέρσεων για την ανατροπή της κυβέρνησης Ρακόφσκυ. Αναγνωρίζοντας τις διαθέσεις των μαζών, τις κάλεσε να ιδρύσουν παντού Σοβιέτ από τα κάτω και οι εκπρόσωποί τους να συνέλθουν για να εκλέξουν νέα κυβέρνηση. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Χριχόρηιφ πυροβολήθηκε από τον Μαχνό μπροστά στους στρατούς τους με την κατηγορία πως ήταν υπεύθυνος για αντισημιτικά πογκρόμ. Ακόμα και η φιλοκομμουνιστική άκρα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας σήκωσε τα όπλα εναντίον της «ρωσικής κυβέρνησης κατοχής». Τμήματα ολόκληρα του Κόκκινου Στρατού λιποτάκτησαν και προσχώρησαν στην εξέγερση. Τα επίλεκτα στρατεύματα των «Κόκκινων Κοζάκων» αποσαθρώθηκαν πολιτικά, παρασύρθηκαν προς τη ληστεία, το πλιάτσικο και τα πογκρόμ.xxiii

Αυτοί οι ξεσηκωμοί άνοιξαν το δρόμο στον Ντενίκιν και απομόνωσαν την Ουγγρική επανάσταση. Από τη Βουδαπέστη, ένας απελπισμένος Μπέλα Κουν ζητούσε μια ριζική αλλαγή της Μπολσεβίκικης πολιτικής στην Ουκρανία. Ο διοικητής του Κόκκινου Στρατού στο Ουκρανικό μέτωπο, ο Αντόνοφ-Οβσεγιένκο, έκανε το ίδιο.Στις τάξεις των Ουκρανών Μπολσεβίκων το «ομοσπονδιακό» ρεύμα, σε δραστική συμφωνία με τις ιδέες του Σακράι και του Μποροτμπισμού, άρχισε φραξιονιστική δραστηριότητα. Οι Μποροτμπιστές, προστατεύοντας την αυτονομία τους, αν και σύμμαχοι ακόμα των Μπολσεβίκων, σχημάτισαν το Ουκρανικό ΚΚ (Μποροτμπιστές) και ζήτησαν αναγνώριση ως εθνικό τμήμα της Κομιντέρν. Με μεγάλη επιρροή στη φτωχή αγροτιά και στην Ουκρανική εργατική τάξη στην ύπαιθρο και στις πόλεις, το κόμμα αυτό προσανατολίστηκε προς μια ανεξάρτητη Σοβιετική Ουκρανία. Σκέφτονταν ακόμα και ένοπλη αντιπαράθεση με το αδελφό Μπολσεβίκικο κόμμα πάνω σε αυτό το ζήτημα, αλλά μόνο μετά την νίκη επί του Ντενίκιν, στα άλλα μέτωπα του εμφυλίου πολέμου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης.

Τόσο η Ουγγρική όσο και η Βαυαρική επανάσταση, αποστερημένες από την Μπολσεβίκικη στρατιωτική υποστήριξη συντρίφτηκαν. Η ίδια η Ρωσική επανάσταση βρέθηκε σε θανάσιμο κίνδυνο από την επίθεση του Ντενίκιν.

«Μία και αδιαίρετη» Ρωσία ή ανεξαρτησία της Ουκρανίας;

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στη διάρκεια μιας νέας και αποφασιστικής στροφής του εμφυλίου πολέμου – καθώς ο Κόκκινος Στρατός περνούσε στην επίθεση εναντίον του Ντενίκιν – πήρε ο Τρότσκυ μια πολιτική πρωτοβουλία θεμελιώδους σπουδαιότητας. Στις 30 Νοεμβρίου 1919, στην διαταγή του προς τα Κόκκινα στρατεύματα καθώς έμπαιναν στην Ουκρανία, έλεγε:

«Η Ουκρανία είναι η γη των Ουκρανών εργατών και των εργαζομένων αγροτών. Μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να εξουσιάζουν την Ουκρανία, να την κυβερνούν και να χτίσουν μια νέα ζωή σ' αυτήν... Κρατήστε αυτό καλά στο μυαλό: το καθήκον σας είναι όχι να κατακτήσετε την Ουκρανία αλλά να την ελευθερώσετε, Όταν οι συμμορίες του Ντενίκιν θα έχουν τελικά συντριβεί, ο εργαζόμενος λαός της απελευθερωμένης Ουκρανίας θα αποφασίσει ο ίδιος τους όρους με τους οποίους θα ζήσει με τη Σοβιετική Ρωσία. Είμαστε όλοι σίγουροι και ξέρουμε, ότι ο εργαζόμενος λαός της Ουκρανίας θα εκδηλωθεί υπέρ της στενότερης αδελφικής ένωσης μαζί μας.... Ζήτω η ελεύθερη και ανεξάρτητη Σοβιετική Ουκρανία!»xxiv

Μετά από δύο χρόνια εμφύλιου πολέμου στην Ουκρανία, ήταν η πρώτη πρωτοβουλία από το Μπολσεβίκικο καθεστώς με στόχο το τράβηγμα των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της Ουκρανικής εθνικής επανάστασης – δηλαδή Ουκρανούς εργάτες και αγρότες – στις γραμμές της προλεταριακής επανάστασης. Ο Τρότσκυ ενδιαφέρθηκε επίσης να αντιδράσει στην αυξανόμενη φυγόκεντρη δυναμική του Ουκρανικού κομμουνισμού είτε μέσα είτε έξω από το Μπολσεβίκικο κόμμα.

Η αναζήτηση από τον Τρότσκυ μιας πολιτικής λύσης στο Ουκρανικό εθνικό ζήτημα, υποστηρίχθηκε από τον Ρακόφσκυ, που είχε αντιληφθεί τα λάθη του, και συνεργαζόμενος στενά με τον Λένιν, που είχε και αυτός τώρα συνειδητοποιήσει τις καταστρεπτικές συνέπειες των πολιτικών που είχε και ο ίδιος συχνά ανοιχτά υποστηρίξει, ή ακόμα προωθήσει. Στην Μπολσεβίκικη Κεντρική Επιτροπή ο Λένιν κάλεσε να ψηφιστεί μια απόφαση που καθιστούσε:

«υποχρεωτικό για όλα τα κομματικά μέλη να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο για να βοηθήσουν να αρθούν όλα τα εμπόδια στο δρόμο της ελεύθερης ανάπτυξης της Ουκρανικής γλώσσας και κουλτούρας... καταπιεσμένης για αιώνες από τον Ρωσικό Τσαρισμό και τις εκμεταλλεύτριες τάξεις»xxv

Η απόφαση ανακοίνωσε ότι στο μέλλον όλοι οι υπάλληλοι των Σοβιετικών θεσμών στην Ουκρανία θα πρέπει να μπορούν να εκφραστούν στην εθνική γλώσσα. Αλλά ο Λένιν πήγε πολύ μακρύτερα. Σε ένα γράμμα – μανιφέστο απευθυνόμενος στους εργάτες και αγρότες της Ουκρανίας, αναγνώρισε για πρώτη φορά μερικά βασικά γεγονότα.

«Εμείς οι Μεγαλορώσοι Κομμουνιστές (έχουμε) διαφορές με τους Ουκρανούς Μπολσεβίκους Κομμουνιστές και Μποροτμπιστές και αυτές οι διαφορές αφορούν την κρατική ανεξαρτησία της Ουκρανίας, τις μορφές της συμμαχίας της με τη Ρωσία και το εθνικό ζήτημα γενικά.... Δεν πρέπει να υπάρχουν διαφορές πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Θα αποφασισθούν από το Πανουκρανικό Συνέδριο των Σοβιέτ.»

Στο ίδιο ανοιχτό γράμμα, ο Λένιν διατύπωσε για πρώτη φορά ότι ήταν δυνατόν να είναι κανείς αγωνιστής του Μπολσεβίκικου κόμματος και να συμμερίζεται ταυτόχρονα την πλήρη ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Αυτό ήταν μια απάντηση σε ένα ζήτημα – κλειδί από όσα έθεσε ένα χρόνο πριν ο Σακράι, που είχε διαγραφεί από το κόμμα πριν από τη δολοφονία του από τους Λευκούς. Ο Λένιν βεβαίωνε περαιτέρω ότι:

«Ένα από τα πράγματα που διακρίνουν τους Μποροτμπιστές από τους Μπολσεβίκους είναι το ότι επιμένουν στην άνευ όρων ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Οι Μπολσεβίκοι δεν θα .... το δουν ως εμπόδιο στην συντονισμένη προλεταριακή προσπάθεια.»xxvi

Το αποτέλεσμα ήταν θεαματικό και είχε στρατηγική σημασία. Οι εξεγέρσεις των Ουκρανικών μαζών συνεισέφεραν στην ήττα του Ντενίκιν. Το Μάρτιο του 1920 το συνέδριο των Μποροτμπιστών αποφάσισε τη διάλυση της οργάνωσης και την είσοδο των αγωνιστών της στο Μπολσεβίκικο κόμμα. Η ηγεσία των Μποροτμπιστών έλαβε την εξής θέση: θα ενώνονταν με το Μπολσεβίκικο κόμμα για να συνεισφέρουν στην διεθνή επέκταση της προλεταριακής επανάστασης. Οι προοπτικές για μια ανεξάρτητη Σοβιετική Ουκρανία θα ήταν πολύ περισσότερο ελπιδοφόρες στο πλαίσιο μιας διεθνούς επανάστασης παρά σε ένα Πανρωσικό επίπεδο. Με μεγάλη ανακούφιση ο Λένιν δήλωνε:

«Αντί μιας εξέγερσης των Μποροτμπιστών, που φαινόταν αναπόφευκτη, βρίσκουμε πως, χάρις στη σωστή πολιτική της Κεντρικής Επιτροπής, που εφαρμόστηκε τόσο θαυμάσια από τον σύντροφο Ρακόφσκυ, όλα τα καλύτερα στοιχεία από τους Μποροτμπιστές έχουν προσχωρήσει στο κόμμα μας κάτω από τον έλεγχό μας.... Η νίκη αυτή άξιζε ένα – δυο καλούς καβγάδες»xxvii

Το 1923 ένας κομμουνιστής ιστορικός παρατηρούσε: κυρίως κάτω από την επίδραση των Μποροτμπιστών ο Μπολσεβικισμός εξελίχθηκε από το «Ρωσικό Κομμουνιστικό κόμμα στην Ουκρανία» στο «Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουκρανίας»xxviii Ακόμα κι έτσι όμως παρέμεινε μια περιφερειακή οργάνωση του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) και δεν είχε το δικαίωμα να είναι ένα εθνικό τμήμα της Κομιντέρν.

Η συγχώνευση των Μποροτμπιστών με τους Μπολσεβίκους, συνέβη ακριβώς πριν από μια νέα πολιτική κρίση – την εισβολή στην Ουκρανία του Πολωνικού αστικού στρατού συνοδευόμενου από Ουκρανικά στρατεύματα κάτω από τις διαταγές του Πετλιούρα και τον παρεπόμενο Σοβιετικοπολωνικό πολέμου. Αυτή τη φορά ο μεγαλορώσικος σωβινισμός των μαζών αποδεσμεύτηκε σε μια κλίμακα και με μια επιθετικότητα που ξέφευγε από την όποια συγκράτηση των Μπολσεβίκων.

«Για τα συντηρητικά στοιχεία στη Ρωσία ήταν ένας πόλεμος εναντίον ενός πατροπαράδοτου εχθρού, την επανεμφάνιση του οποίου ως ανεξάρτητου έθνους δεν μπορούσαν να την συμβιβάσουν με τον εαυτό τους – ένας αληθινά Ρωσικός πόλεμος, μολονότι κηρύχθηκε από Μπολσεβίκους διεθνιστές. Για τους Ελληνορθόδοξους ήταν μια μάχη εναντίον ενός λαού αδιόρθωτα πιστού στον Ρωμαιοκαθολικισμό, μια χριστιανική σταυροφορία ακόμη κι αν ηγούνταν άθεοι κομμουνιστές»xxix

Οι μάζες κινήθηκαν προς υπεράσπιση της «μίας και αδιαίρετης» Ρωσίας, μια διάθεση που υποδαυλίστηκε από την προπαγάνδα. Η Ισβέστια δημοσίευσε ένα σχεδόν απίστευτα αντιδραστικό ποίημα δοξαστικό του ρωσικού κράτους. Το μήνυμά του ήταν ότι

όπως πολύ παλιά ο «Τσάρος Ιβάν Καλίτα συνένωσε όλα τα ρωσικά εδάφη, ένα προς ένα ... τώρα όλες οι διάλεκτοι, όλα τα εδάφη, όλος ο πολυεθνικός κόσμος θα ξαναενωθεί σε μια νέα πίστη» για να «φέρει τη δύναμη και τον πλούτο τους στα παλάτια του Κρεμλίνου».xxx

Η Ουκρανία ήταν το πρώτο θύμα της σωβινιστικής έκρηξης. Ένας Ουκρανός αριστερός σοσιαλδημοκράτης, ο Βολόντιμιρ Βινιτσένκο, που υπήρξε ο ηγέτης της Κεντρικής Ράντα και που είχε ξεκόψει από το Διευθυντήριο του Πετλιούρα, για να διαπραγματευθεί δίπλα στον Μπέλα Κουν μια αλλαγή της Μπολσεβίκικης πολιτικής στην Ουκρανία, βρέθηκε στη Μόσχα με πρόσκληση της Σοβιετικής κυβέρνησης τη στιγμή που πολλοί λευκοί αξιωματικοί ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του πρώην γενικού διοικητή του Τσαρικού στρατού να «υπερασπίσουν τα πατρώα εδάφη» και κατατάσσονταν στον Κόκκινο στρατό. Ο Γκεόργκι Τσιτσέριν, τότε Επίτροπος Εξωτερικών 

Υποθέσεων, εξήγησε στον Βινιτσένκο ότι η κυβέρνησή του δεν μπορούσε να πάει στην Κανόσαxxxi για το Ουκρανικό ζήτημα. Στο ημερολόγιό του ο Βινιτσένκο γράφει: « Ο προσανατολισμός προς τον Ρωσικό πατριωτισμό στην εκδοχή της «μιας και αδιαίρετης» Ρωσίας αποκλείει κάθε παραχώρηση προς τους Ουκρανούς .... Όταν κάποιος πάει στην Κανόσα για να προσπέσει στους λευκοφρουρούς ... είναι σαφώς αδύνατον να έχει έναν προσανατολισμό προς την ομοσπονδία, τον αυτοπροσδιορισμό ή ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε να ταράξει την «μία και αδιαίρετη» Ρωσία.» Επιπλέον, κάτω από την επίδραση της Μεγαλορωσικής σωβινιστικής πλημμυρίδας που ξεχείλιζε από τους διαδρόμους της Σοβιετικής εξουσίας, οΤσιτσέριν αναβίωσε την ιδέα ότι η Ρωσία θα μπορούσε να προσαρτήσει απευθείας την περιοχή Ντονμπάς της Ουκρανίας.xxxiiΣτην Ουκρανική ύπαιθρο, οι Σοβιετικοί αξιωματούχοι ρωτούσαν τους χωρικούς: «θέλετε να μάθετε Ρώσικα ή Πετλιουρίστικα στο σχολείο; Τι είδους διεθνιστές είσαστε, αν δεν μιλάτε Ρώσικα;»

Απέναντι σε αυτήν την Μεγαλορώσικη σωβινιστική καταπίεση, εκείνοι οι Μποροτμπιστές που είχαν γίνει Μπολσεβίκοι, συνέχισαν τον αγώνα. Ένας από τους κύριους ηγέτες τους, ο Βασίλ Ελλάν-Μπλακίτνυ, έγραφε τότε:

«Βασιζόμενη στους εθνικούς δεσμούς της πλειοψηφίας του Ουκρανικού προλεταριάτου με το προλεταριάτο, μισοπρολεταριάτο και την μικρομπουρζουαζία της Ρωσίας και χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της αδυναμίας του βιομηχανικού προλεταριάτου της Ουκρανίας, μια τάση που περιγράφουμε ως αποικιοκρατική καλεί στην οικοδόμηση ενός οικονομικού συστήματος στο πλαίσιο της Ρωσικής Δημοκρατίας, που είναι εκείνη της παλιάς Αυτοκρατορίας στην οποία η Ουκρανία ανήκε. Η τάση αυτή θέλει την ολοκληρωτική υποταγή του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι) της Ουκρανίας στο Ρωσικό κόμμα και γενικά στρέφεται προς την διάλυση όλων των νεαρών προλεταριακών δυνάμεων των «εθνών χωρίς ιστορία» μέσα στο Ρωσικό τμήμα της Κομιντέρν ... Στην Ουκρανία, η φυσική ηγετική δύναμη μιας τέτοιας τάσης είναι το τμήμα του βιομηχανικού προλεταριάτου της πόλης που δεν έχει έρθει σε συνδιαλλαγή με την Ουκρανική πραγματικότητα. Αλλά πέραν αυτού, και πάνω απ' όλα, η κύρια υποστήριξη της κυριαρχίας της Ρώσικης μπουρζουαζίας στην Ουκρανία ήταν πάντα η εκρωσισμένη μικρομπουρζουαζία της πόλης.»

Και οι Μπολσεβίκοι Μπορτμπιστικής προέλευσης συμπέραναν:

Το αποικιοκρατικό πρόγραμμα μεγάλης δύναμης που επικρατεί σήμερα στην Ουκρανία, είναι βαθιά επιζήμιο για την κομμουνιστική επανάσταση. Η αγνόηση των φυσικών και νόμιμων εθνικών προσδοκιών των πρώην καταπιεσμένων εργαζομένων μαζών, είναι εξ ολοκλήρου αντιδραστικό και αντεπαναστατικό και είναι η έκφραση ενός παλιού αλλά ακόμα ζωντανού Μεγαλορώσικου ιμπεριαλιστικού σωβινισμού»xxxiii

Εν τω μεταξύ η άκρα αριστερά των σοσιαλδημοκρατών σχημάτισε ένα νέο κόμμα που ονομάστηκε το Ουκαπιστικό κόμμα, ώστε να συνεχίσουν να ζητούν εθνική ανεξαρτησία και να μαζέψουν εκείνα τα στοιχεία των Μποροτμπιστών που δεν εντάχθηκαν στους Μπολσεβίκους. Προερχόμενοι από τη θεωρητική παράδοση της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, το κόμμα αυτό ήταν πολύ ισχυρότερο στο θεωρητικό επίπεδο από τον Μποροτμπισμό, ο οποίος είχε λαϊκίστικη προέλευση και όπου η τέχνη της ποίησης ήταν πιο καταληπτή από την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Αλλά οι δεσμοί του με τις μάζες ήταν ασθενέστεροι.xxxiv Στις μάζες, σε κάθε περίπτωση, βάραινε όλο και πιο πολύ η κούραση από αυτή την επανάσταση που ήταν διαρκής τόσο με την πεζή όσο και με τη θεωρητική έννοια. Η θεωρητική σύλληψη του Τρότσκυ για την διαρκή επανάσταση δεν συνοδεύτηκε εντούτοις στην πραγματικότητα από την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής επανάστασης πάνω στο έδαφος της εθνικής επανάστασης, αλλά από έναν διαρκές σχίσμα μεταξύ τους. Ένα από τα χειρότερα αποτελέσματα αυτού του σχίσματος ήταν η ανικανότητα να να επιτευχθεί η ενότητα της Ουκρανίας (το αίτημα για σομπορνίστ). Το μοιραίο σφάλμα του Λένιν να εισβάλει στην Πολωνία επιδείνωσε το πολωνικό εθνικό ζήτημα σε μια αντιμπολσεβίκικη κατεύθυνση και μπλόκαρε την εξάπλωση της επανάστασης. Κατέληξε σε ήττα του κόκκινου Στρατού και στην εκχώρηση στο Πολωνικό κράτος πάνω από το ένα πέμπτο του εθνικού εδάφους της Ουκρανίας επιπλέον των περιοχών που είχαν ήδη απορροφηθεί από τη Ρουμανία και την Τσεχοσλοβακία.

Κάθε έντιμος ιστορικός, και πολύ περισσότερο κάθε επαναστάτης Μαρξιστής, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η υπόσχεση των Μπολσεβίκων κατά την επίθεση εναντίον του Ντενίκιν – να συγκαλέσουν ένα συντακτικό συνέδριο των σοβιέτ στην Ουκρανία ικανό να πάρει θέση πάνω στις τρεις επιλογές ( πλήρης ανεξαρτησία, λιγότερο ή περισσότερο στενή ομοσπονδία με τη Ρωσία ή πλήρης ενσωμάτωση σε αυτήν) που προτάθηκε από τον Λένιν στο γράμμα του Δεκεμβρίου του 1919, δεν τηρήθηκε. Σύμφωνα με τον Τρότσκυ, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, η ηγεσία των Μπολσεβίκων σκεφτόταν να προωθήσει ένα τολμηρό πρόγραμμα εργατικής δημοκρατίας για να επιλύσει το ζήτημα των αναρχικών στην περιοχή που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του εξεγερμένου στρατού του Μαχνό. Ο ίδιος ο Τρότσκυ:

«συζήτησε παραπάνω από μία φορά με τον Λένιν τη δυνατότητα να αφήσουν κάποιες περιοχές στους αναρχικούς όπου, με τη συναίνεση του τοπικού πληθυσμού, θα εφάρμοζαν το ακρατικό τους πείραμα» xxxv

Αλλά δεν υπάρχει καμία καταγραφή παρόμοιων συζητήσεων πάνω στο κατά πολύ σπουδαιότερο ζήτημα της Ουκρανικής ανεξαρτησίας.

Χρειάστηκαν σκληροί αγώνες από τον ίδιο τον Λένιν στο τέλος της ζωής του, όπως επίσης από Μπολσεβίκους όπως ο Σκρίπνικ και ο Ρακόφσκυ, από πρώην Μποροτμπιστές όπως ο Μπλακίτνυ και ο Ολεξάντρ Σούμσκυ, και από πολλούς κομμουνιστές ηγέτες από διάφορες καταπιεσμένες εθνικότητες της παλιάς Ρωσικής αυτοκρατορίας, ώστε στο 12ο συνέδριο του Μπολσεβίκικου κόμματος το 1923 να αναγνωρισθεί τυπικά η ύπαρξη στο κόμμα και στο σοβιετικό καθεστώς μιας πολύ επικίνδυνης «τάσης προς τον Μεγαλορώσικο ιμπεριαλιστικό σωβινισμό». Αν και η νίκη αυτή υπήρξε πολύ μερική και εύθραυστη, πρόσφερε στις Ουκρανικές μάζες τη δυνατότητα να εκπληρώσουν κάποια καθήκοντα της εθνικής τους επανάστασης και να δοκιμάσουν μια άνευ προηγουμένου εθνική αναγέννηση τη δεκαετία του 1920. Αλλά αυτή η νίκη δεν αποσόβησε τον εκφυλισμό της Ρωσικής επανάστασης ούτε μια σωβινιστική και γραφειοκρατική αντεπανάσταση που, τη δεκαετία του 1930, σημαδεύτηκε από ένα εθνικό ολοκαύτωμα στην Ουκρανία. Εκατομμύρια αγρότες πέθαναν στον λιμό που προκάλεσε η Σταλινική πολιτική λεηλασίας της χώρας, η εθνική διανόηση σχεδόν εξολοθρεύτηκε φυσικά, ενώ η αστυνομική τρομοκρατία διέλυσε τον κομματικό και τον κρατικό μηχανισμό της Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Η αυτοκτονία του Μύκολα Σκρίπνικ το 1933, ενός παλιού μπολσεβίκου που προσπάθησε να συμφιλιώσει την εθνική επανάσταση με την υποταγή στο Σταλινισμό, ήχησε ως η πένθιμη καμπάνα για αυτή την επανάσταση και για ολόκληρη ιστορική περίοδο.

Τραγικά λάθη που δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν

Η Ρωσική επανάσταση είχε δύο αντιφατικά αποτελέσματα πάνω στην Ουκρανική εθνική επανάσταση. Από τη μια η Ρωσική επανάσταση ήταν ένας ουσιώδης παράγων για την ανατροπή της αστικής εξουσίας στην Ουκρανία. Από την άλλη, εμπόδισε τη διαδικασία ταξικής διαφοροποίησης μεταξύ των κοινωνιών και πολιτικών δυνάμεων της εθνικής επανάστασης. Ο λόγος γι αυτό ήταν η έλλειψη κατανόησης του εθνικού ζητήματος. Η εμπειρία της επανάστασης του 1917 – 1920 έθεσε κατά τρόπο δραματικό το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της κοινωνικής επανάστασης του προλεταριάτου ενός κυριαρχικού έθνους και μιας εθνικής επανάστασης των εργαζομένων μαζών ενός καταπιεσμένου έθνους. Όπως έγραψε ο Σκρίπνικ τον Ιούλιο του 1920:

«Η τραγωδία μας στην Ουκρανία είναι ότι για να κερδίσουμε την αγροτιά και το αγροτικό προλεταριάτο, έναν πληθυσμό Ουκρανικής εθνικότητας, χρειάζεται να στηριχθούμε στην υποστήριξη και στις δυνάμεις μιας Ρωσικής και εκρωσισμένης εργατικής τάξης, που ήταν ανταγωνιστική προς ακόμα και την παραμικρότερη έκφραση της Ουκρανικής γλώσσας και κουλτούρας»xxxvi

Στην ίδια περίοδο, το Ουκρανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Ουκαπιστικό) προσπάθησε να εξηγήσει στην ηγεσία της Κομιντέρν : « Το γεγονός ότι οι ηγέτες της προλεταριακής επανάστασης στην Ουκρανία αντλούν την υποστήριξη από τα Ρωσικά και εκρωσισμένα ανώτερα στρώματα του προλεταριάτου και δεν ξέρουν τίποτα για τη δυναμική της Ουκρανικής επανάστασης, σημαίνει δεν υποχρεώνονται να απαλλαγούν οι ίδιοι από την προκατάληψη της «μίας και αδιαίρετης» Ρωσίας που διαποτίζει ολόκληρη την Σοβιετική Ρωσία. Η στάση αυτή οδήγησε στην κρίση της ουκρανικής επανάστασης, αποκόπτει τη Σοβιετική εξουσία από τις μάζες, επιβαρύνει τον εθνικό αγώνα, σπρώχνει ένα μεγάλο τμήμα των εργατών στην αγκαλιά των Ουκρανών μικροαστών εθνικιστών και ανακόπτει την διαφοροποίηση του προλεταριάτου από την μικρομπουρζουαζία»xxxvii

Θα μπορούσε να έχει προληφθεί η τραγωδία αυτή; Η απάντηση είναι ναι – εάν οι Μπολσεβίκοι είχαν στη διάθεσή τους μια κατάλληλη στρατηγική πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης. Πρώτα – πρώτα, εάν , αντί να είναι ένα Ρωσικό κόμμα στην Ουκρανία, είχαν επιλύσει το ζήτημα του χτισίματος ενός επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου του καταπιεσμένου έθνους. Δεύτερον, εάν είχαν ενσωματώσει τον αγώνα για εθνική απελευθέρωση της Ουκρανίας μέσα στο πρόγραμμά τους. Τρίτον, εάν είχαν αναγνωρίσει την πολιτική αναγκαιότητα και ιστορική νομιμότητα της εθνικής επανάστασης στην Ουκρανία και το σύνθημα της Ουκρανικής ανεξαρτησίας. Τέταρτον, εάν είχαν παιδαγωγήσει το Ρωσικό προλεταριάτο (στη Ρωσία και στην Ουκρανία) και τις τάξεις του ίδιου του κόμματός τους στο πνεύμα της πλήρους υποστήριξης αυτού του συνθήματος, και αν είχαν επομένως αγωνιστεί ενάντια στο σωβινισμό του κυριαρχικού έθνους και στο αντιδραστικό ιδεώδες της « συνένωσης όλων των Ρωσικών εδαφών». Τίποτα δεν θα μπορούσε να μπει εδώ στο δρόμο των Μπολσεβίκων όταν θα διεξήγαγαν προπαγάνδα μεταξύ των Ουκρανών εργατών υπέρ της πιο στενής ενότητας με το Ρωσικό προλεταριάτο και , στη διάρκεια της επανάστασης, μεταξύ της Σοβιετικής Ουκρανίας και της Σοβιετικής Ρωσίας. Αντιθέτως, μόνο κάτω από αυτούς τους όρους θα μπορούσε μια τέτοια προπαγάνδα να είναι συνεκτική και αποτελεσματική.

Υπήρξε μια περίσταση όπου ο Λένιν προσπάθησε να αναπτύξει μια τέτοια στρατηγική. Αυτό αποκαλύπτει ο «αποσχιστικός λόγος» που εκφώνησε τον Οκτώβριο του 1914 στη Ζυρίχη. Είπε τότε:

« 'Ο,τι ήταν η Ιρλανδία για την Αγγλία, έχει γίνει η Ουκρανία για τη Ρωσία: υφίσταται μια εκμετάλλευση στο έπακρο και δεν παίρνει τίποτε γι' ανταπόδοση. Έτσι τα συμφέροντα του παγκόσμιου προλεταριάτου γενικά και του Ρωσικού ειδικά απαιτούν η Ουκρανία να επανακτήσει την κρατική της ανεξαρτησία, εφόσον μόνο αυτό θα επιτρέψει την ανάπτυξη του πολιτισμικού επιπέδου που χρειάζεται το προλεταριάτο. Δυστυχώς μερικοί από τους συντρόφους μας έχουν γίνει αυτοκρατορικοί Ρώσοι πατριώτες. Εμείς οι Μοσχοβίτεςxxxviii, είμαστε σκλαβωμένοι όχι μόνο γιατί επιτρέπουμε να μας καταπιέζουν, αλλά και γιατί η παθητικότητά μας επιτρέπει να καταπιέζονται και άλλοι, πράγμα που δεν είναι προς το συμφέρον μας.»xxxix

Αργότερα όμως, ο Λένιν δεν προσηλώθηκε σε αυτές τις ριζοσπαστικές θέσεις. Εντούτοις, αυτές επανεμφανίστηκαν, στην πολιτική σκέψη του φιλο-ανεξαρτησιακού Ουκρανικού κομμουνισμού, στον Σακράι, στους «ομοσπονδιακούς» Μπολσεβίκους, στους Μποροτμπιστές και στους Ουκαπιστές.

Δεν θα έπρεπε πάντως να μας εκπλήσσει ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν στρατηγική για τις εθνικές επαναστάσεις των καταπιεσμένων λαών της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Τα ζητήματα στρατηγικής της επανάστασης ήταν γενικά η Αχίλλειος πτέρνα του ίδιου του Λένιν, όπως έδειξε και η θεωρία του για την επανάσταση κατά στάδια. Όσο για τη θεωρία του Τρότσκυ για τη διαρκή επανάσταση, που σιωπηρά υιοθέτησε ο Λένιν μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, ήταν επεξεργασμένη μόνο εν σχέσει με τη Ρωσία, μια μη ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα και όχι για το προλεταριάτο των λαών που καταπίεζε η Ρωσία, η οποία ήταν επίσης ένα ιμπεριαλιστικό κράτος και μια φυλακή των εθνών. Οι θεωρητικές βάσεις της στρατηγικής της διαρκούς επανάστασης για το προλεταριάτο ενός καταπιεσμένου έθνους εμφανίστηκε στη διάρκεια των επαναστατικών χρόνων στους κόλπους των φιλο-ανεξαρτησιακών ρευμάτων του Ουκρανικού κομμουνισμού. Οι Ουκαπιστές ήταν πιθανά το μόνο κομμουνιστικό κόμμα – ακόμα κι αν δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως τμήμα της Κομιντέρν – που αναφερόταν ανοιχτά στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης.

Η βασική ιδέα, όπως πρώτα την σκιαγράφησαν ο Σακράι και ο Μαζλάκ, έπιασαν κατόπιν το νήμα οι Μποροτμπιστές πριν την επεξεργαστούν οι Ουκαπιστές, ήταν απλή. Στην ιμπεριαλιστική εποχή, ο καπιταλισμός σημαδεύεται φυσικά από τη διαδικασία της διεθνοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά αυτή είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Σπαρασσόμενη από τις αντιφάσεις της, η ιμπεριαλιστική εποχή δεν παράγει καμία τάση χωρίς να παραγάγει και μια αντί-τάση. Η αντίθετη τάση στην περίπτωση αυτή είναι αυτή της διεθνοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων που εκδηλώνονται ειδικά με την δημιουργία νέων οικονομικών οργανισμών, των μηχανισμών των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών, μια τάση που οδηγεί σε κινήματα εθνικής απελευθέρωσης.

Η παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση είναι το αποτέλεσμα μόνο της μιας από τις αντιφατικές τάσεις του μοντέρνου καπιταλισμού, ιμπεριαλισμού, ακόμα κι αν είναι το δεσπόζον αποτέλεσμα. Το άλλο, αξεχώριστο από το πρώτο, είναι οι εθνικές επαναστάσεις των καταπιεσμένων λαών. Γι' αυτό και η διεθνής επανάσταση είναι αξεχώριστη από το κύμα των εθνικών επαναστάσεων και πρέπει να βασιστεί σε αυτές τις επαναστάσεις εάν πρόκειται να διαδοθεί. Το καθήκον των εθνικών επαναστάσεων των καταπιεσμένων λαών είναι να απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που περιορίζονται και παραμορφώνονται από τον ιμπεριαλισμό. Μια τέτοια απελευθέρωση είναι αδύνατη χωρίς την εγκαθίδρυση ανεξάρτητων εθνικών κρατών όπου εξουσιάζει το προλεταριάτο. Τα εθνικά εργατικά κράτη των καταπιεσμένων λαών είναι ένα ουσιαστικό πέρασμα της διεθνούς εργατικής τάξης προς την επίλυση των αντιφάσεων του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση εργατικής διοίκησης της παγκόσμιας οικονομίας. Εάν το προλεταριάτο αποπειραθεί να χτίσει την εξουσία του στη βάση της μιας μόνο από τις δυο αυτές αντιφατικές τάσεις ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, θα βρεθεί σε διάσταση με τον εαυτό του.

Σε ένα υπόμνημα προς το 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το καλοκαίρι του 1920, οι Ουκαπιστές συνόψισαν την προσέγγισή του με τα εξής λόγια:

«Το καθήκον του διεθνούς προλεταριάτου είναι να τραβήξει προς την κομμουνιστική επανάσταση και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας όχι μόνο τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες αλλά επίσης και τους καθυστερημένους λαούς των αποικιών, επωφελούμενο από τις εθνικές τους επαναστάσεις. Για να εκπληρώσει αυτό το καθήκον, πρέπει να πάρει μέρος σε αυτές τις επαναστάσεις και να παίξει τον ηγετικό ρόλο στην προοπτική της διαρκούς επανάστασης. Είναι απαραίτητο να αποτρέψει τον περιορισμό των εθνικών επαναστάσεων από την εθνική αστική τάξη στο επίπεδο της εθνικής απελευθέρωσης. Είναι απαραίτητο να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι την κατάκτηση της εξουσίας και την εγκατάσταση της δικτατορίας του προλεταριάτου και να οδηγήσει την αστική δημοκρατική επανάσταση ως το τέλος μέσα από την εγκαθίδρυση εθνικών κρατών προορισμένων να προσχωρήσουν στο διεθνές δίκτυο της αναδυόμενης ένωσης σοβιετικών δημοκρατιών.»

Αυτά τα κράτη πρέπει να στηρίζονται στις:

«δυνάμεις του διεθνούς προλεταριάτου και των εργαζομένων μαζών, όπως επίσης και στην αλληλοβοήθεια όλων των αποσπασμάτων της παγκόσμιας επανάστασης»xl

Στο φως της πείρας από την πρώτη προλεταριακή επανάσταση, πρέπει ακριβώς αυτή η στρατηγική της διαρκούς επανάστασης να υιοθετηθεί ώστε να επιλυθεί το ζήτημα των καταπιεσμένων εθνών στο πλαίσιο της αντιγραφειοκρατικής πολιτικής επανάστασης στην ΕΣΣΔ.

Όπως το έθεσε ο Μύκολα Κβύλοβυ, Ουκρανός κομμουνιστής αγωνιστής και μεγάλος συγγραφέας, το 1926, η Ουκρανία πρέπει να γίνει ανεξάρτητη:

«επειδή η σιδερένια και ακαταμάχητη θέληση των νόμων της ιστορίας το απαιτεί, επειδή μόνο με αυτόν τον τρόπο θα επισπεύσουμε την ταξική διαφοροποίηση στην Ουκρανία. Αν ένα έθνος (όπως έχει κιόλας ειπωθεί εδώ και πολύ καιρό και επαναληφθεί σε παραπάνω από μία ευκαιρίες) από αιώνες αποδείχνει τη θέληση να εκδηλωθεί, να οργανωθεί ως κρατική οντότητα, τότε όλες οι απόπειρες με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο ναεμποδιστεί μια τέτοια φυσική διαδικασία κλείνει το δρόμο του σχηματισμού ταξικών δυνάμεων από τη μια ενώ από την άλλη εισάγει ένα στοιχείο χάους στη γενική τρέχουσα στον κόσμο ιστορική διαδικασία.»xli

Μετάφραση: Παραναγνώστης

Δημοσιεύουμε το άρθρο «Για την Ανεξαρτησία της Σοβιετικής Ουκρανίας» του Zbigniew Marcin Kowalewski που παρουσιάστηκε το φθινόπωρο του 1989 στο περιοδικό International Marxist Review τομ.4 αρ2 . Είναι μια ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένη προσέγγιση του Ουκρανικού ζητήματος πριν από ένα τέταρτο του αιώνα και στην αυγή της εποχής Γέλτσιν - Πούτιν & Σία. Οι αριθμημένες σημειώσεις είναι του συγγραφέα εκτός από εκείνες που σημειώνονται με το [ΣτΜ] και είναι σημειώσεις του μεταφραστή.

http://paranagnostis.blogspot.gr/2014/05/zbigniew-kowalewski-1989-international.html 

Σημειώσεις

i Writings of Leon Trotsky (1939-40), New York: Pathfinder Press, 1977, σσ.47- 48.
[ΣτΜ]: Στο διαδίκτυο οι παραπομπές στα δύο άρθρα του Τρότσκυ βρίσκονται εδώ και εδώ.

ii Στο ίδιο σ 53.

iii Στο ίδιο σ 52.

iv Στο ίδιο σ. 50.

v Βλέπε μια από τις πιο σημαντικές εργασίες επί του εθνικού ζητήματος, αυτή του Ουκρανού Μαρξιστή R.Rosdolsky, Engels and the “Nonhistoric” Peoples: The National Question in the Revolution of 1848, Γλασκώβη: Critique Books, 1987.

vi Βλέπε δύο Μαρξιστικές ερμηνείες αυτής της επανάστασης, και οι δύο ακόμα απαγορευμένες στην ΕΣΣΔ λόγω της ριζικής τους ασυμβατότητας με την Σταλινική Μεγαλορωσική ερμηνεία της ιστορίας: Μ. Iavorsky, Narys istorii Ukraiiny, τομ2, Κίεβο:Derzhavne Vydavnytstvo Ukraiiny, 1924 και Μ.Ι. Braichevsky, Priiednannia chy vozzyednannia?. Τορόντο: Novi Dni 1972. Η δεύτερη μπορεί να θεωρηθεί συμπληρωματική στο διάσημο βιβλίο του I. Dzyuba Internationalism or Russification?, Νέα Υόρκη: Monad Press 1974.

vii Βλέπε τη μελέτη του M. Volobuiev, που παρουσιάστηκε το 1928 και δέχθηκε αισχρές επιθέσεις από τους Σταλινικούς: «Do problemy ukraiinskoi economiky» στο Documenty ukraiinskoho komunizmu, Νέα Υόρκη: Prolog, 1962.

viii Βλέπε J.M. Bojcun, The Working Class and the National Question in Ukraine, 1880 – 1920, Graduate Programme in Political Science, Toronto: York University, 1985, σσ. 95 – 118 ˙ B. Krawchenko, Social Change and National Consciousness in Twentieth Century Ukraine, Λονδίνο: Macmillan, 1985, σσ 1 – 45.

ix Για τις Μαρξιστικές αντιλογίες της εποχής επί του εθνικού ζητήματος, βλέπε C. Weil, L' Internationale et l' autre, Παρίσι: L' Arcantère, 1987.

x [ΣτΜ]: Λιμάνι στην ανατολική όχθη της Αζοφικής απέναντι από τη Μαριούπολη.

xi [ΣτΜ]: από το Εκατερίνοσλαβ νυν Ντνιπροπετρόβσκ.

xii [ΣτΜ]: Από την Πολτάβα.

xiii Η κλασσική μελέτη – παρότι σημαδεύεται από αντικομμουνιστική προκατάληψη – πάνω στην εγκαθίδρυση της Μπολσεβίκικης εξουσίας στην Ουκρανία είναι εκείνη του J. Borys, The Sovietization of Ukraine, 1917 – 1923: The Cοmmuniste Doctrine and Practice of National Self-Determination, Έντμοντον: CIUS, 1980. Βλέπε επίσης T.Hunczak εκδ.: The Ukraine 1917 – 1921: A Study in Revolution, Καίμπριτζ, Mass.: Harvard University Press. 1977. Οι κλασσικές μελέτες πάνω στην ιστορία του ΚΚ(μπ) της Ουκρανίας είναι M. Ravich-Cherkassky, Istoriia Kommunisticheskoi Partii(boov) Ukraiiny, Χάρκοβο: Gosizdat Ukraiiny, 1923 και εκείνο του M.M. Popov, Narys istorii Komunistychnoi Partii (bilshovykiv) Ukraiiny, Χάρκοβο: Proletarii, 1929.

xiv V. Holubnychny, “Mykola Skrypnyk i sprava sobornosty Ukraiiny”, Vpered, αρ.5 – 6 (25 – 26), 1952.

xv M.M. Popov, στο ίδιο σσ 139 – 140, 143 – 144. Το επίπεδο της έντασης μεταξύ των Ουκρανών Μπολσεβίκων και της Σοβιετικής Ρωσικής κυβέρνησης μπορεί να το δει κανείς από την ακόλουθη ανταλλαγή τηλεγραφημάτων από τις αρχές Απριλίου του 1918. Ο Στάλιν, Λαϊκός επίτροπος για τις εθνότητες προς την κυβέρνηση Σκρίπνικ: «Αρκετά παίξατε την κυβέρνηση και την Δημοκρατία. Είναι καιρός να σταματήσει αυτό το παιγνίδι˙ φτάνει ως εδώ». Ο Σκρίπνικ προς τη Μόσχα: η κυβέρνησή μας «βασίζει τις ενέργειές της, όχι στη στάση του όποιου επιτρόπου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αλλά στη θέληση των εργαζομένων μαζών της Ουκρανίας... Δηλώσεις όπως αυτή του Συντρόφου Στάλιν θα κατέστρεφαν το Σοβιετικό καθεστώς στην Ουκρανία ... Αποτελούν άμεση βοήθεια προς τους εχθρούς των Ουκρανικών εργαζομένων μαζών.» (R.A. Medvedev, Let History Judge: The Origins and Consequences of Stalinism, Νέα Υόρκη: Alfred A. Kopf, 1972, σ.16).

xvi V. Skorovstansky (V. Shakhrai), Revolutsiia na Ukraiine, Σαράτωφ:Borba 1919. S. Mazlakh, V. Shakhrai, DoKhvyli, Νέα Υόρκη: Prolog, 1967. Για μια (όχι τελείως ακριβή) Αγγλική μετάφραση του δεύτερου βιβλίου βλέπε S. Mazlakh, V. Shakhrai, On the Current Situation in the Ukraine, Ann Arbor: University of Mitsigan Press, 1970. Ιδού μερικά από τα ζητήματα που οι δύο αυτοί αγωνιστές θέτουν στον Λένιν: «Απόδειξέ μας την αναγκαιότητα της ένωσης της Ουκρανίας με τη Ρωσία, αλλά μη χρησιμοποιήσεις Κατερινοσλαβίτικα επιχειρήματα: δείξε μας πού κάναμε λάθος, κατά ποιον τρόπο η ανάλυσή μας των πραγματικών συνθηκών της ζωής και της ανάπτυξης του Ουκρανικού κινήματος δεν είναι σωστή˙ δείξε μας στη βάση αυτού του συγκεκριμένου παραδείγματος, πώς η παράγραφος πέντε της απόφασης του 1913, δηλαδή, η παράγραφος εννέα του Κομμουνιστικού Προγράμματος, θα έπρεπε να εφαρμοστεί – και θα παραιτηθούμε ανοιχτά και δημόσια από την ανεξαρτησία της Ουκρανίας και θα γίνουμε οι ειλικρινέστεροι υποστηρικτές της ένωσης. Χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα της Ουκρανίας της Γεωργίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Λευκορωσίας και της Εσθονίας, δείξε μας πώς αυτή η αρχή της προλεταριακής πολιτικής – το δικαίωμα των εθνών για αυτο-προσδιορισμό – έχει εφαρμοστεί. Επειδή δεν καταλαβαίνουμε την παρούσα πολιτική σου και εξετάζοντάς την πάμε να τραβήξουμε τα μαλλιά μας και να αναφωνήσουμε: γιατί παίξαμε τα ηλίθια Κοζάκικα κεφάλια μας ; ... Τώρα δύο μόνο απαντήσεις είναι δυνατές: είτε (1) μια ανεξάρτητη Ουκρανία ( με τη δική μας κυβέρνηση και το δικό μας κόμμα) ή (2) η Ουκρανία ως Νότια Ρωσία... Μπορεί κάποιος να παραμένει μέλος του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος και να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Ουκρανίας; Αν δεν είναι δυνατόν, γιατί όχι; Είναι διότι υποτίθεται ότι δεν πρέπει να υπερασπίζεται κάποιος την ανεξαρτησία της Ουκρανίας ή διότι ο τρόπος που το κάνουμε δεν είναι επιτρεπτός. Εάν ο τρόπος που υπερασπιζόμαστε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας δεν είναι επιτρεπτός, πώς μπορεί κανείς να υπερασπίζεται την Ουκρανική ανεξαρτησία και να του επιτρέπεται να παραμένει στο Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Σύντροφε Λένιν, περιμένουμε την απάντησή σου! Πρέπει να λογαριαστούμε με τα γεγονότα. Και η απάντησή σου, όπως και η σιωπή σου, θα είναι γεγονότα μεγάλης σημασίας.

xvii Βλέπε I. Majstrenko, Borotbism: A Chapter in the History of Ukrainian Communism, Νέα Υόρκη: Research Program on the USSR, 1954.

xviii Ch. Rakovsky, “Beznadezhnoe delo: O petliurovskoi avantiure”, Izvestia, no 2(554) 1919. Βλέπε επίσης F. Conte, Christian Rakovsky (1873 – 1941): Essai de biographie politique, τομ I, Lille III, 1975, σσ 287 – 292.

xix Tov. Rakovsky o programme Vremennogo Ukrainskogo Pravitelstva” Izvestia, αρ 18(570) 1919.

xx Βλέπε a Sergeev, «Makhno » Izvestia αρ 76(627) 1919.

xxi M. Skrypnyk, Statti i promovy z natsionalnoho pytannia, Μόναχο, Suchasnist, 1974, σ. 17.

xxii F. Silnycky, “Lenin i borotbisty” Novi Zhurnal αρ 18 1975 σσ 230 – 231. Δυστυχώς η καταστροφική πολιτική της κυβέρνησης Rakovsky το 1919 προσπερνιέται σιωπηρά από τον P. Broué: “Rako”, Cahiers Léon Trotsky, αρ. 17 &18, 1984, και μένει σχεδόν ανέγγιχτη από τον G. Fagan στην εισαγωγή του στο Ch. Rakovsky, Selected Writings on Opposition in the USSE, 1923 – 1930, Λονδίνο – Νέα Υόρκη: Alison and Busby, 1980.

xxiii Βλέπε A.E. Adams, Bolseviks in the Ukraine: The Second Campaign 1918 – 1919, Νιου Χέϊβεν – Λονδίνο: Yale University Press, 1963, και J.M. Bojcun, στο ίδιο, σσ 438 – 472.

xxiv L. Trotsky, How the Revolution Armed, τομ 2, Λονδίνο: New Park Publications, 1979 σ 439

xxv V.I. Lenin, Collected Works, τομ 30, Μόσχα: Progress Publishers, 1974, σ 163

xxvi Στο ίδιο, σσ 294 – 296.

xxvii Στο ίδιο, σ 471.

xxviii M. Ravich-Cherkassky, στο ίδιο, σ 148.

xxix I. Deutscher, Trotsky: The Prophet Armed, Νέα Υόρκη: Vintage Books, 1965, σσ 459 – 460.

xxx M. Kozyrev, “Bylina o derzhavnoi Moskve”, Izvestia, αρ 185 (1032) 1920

xxxi [ΣτΜ] Πρόκειται για την περίφημη έριδα της «Περιβολής». Η παπική εκκλησία κρατούσε ένα ιδιότυπο δικαίωμα αρνησικυρίας στα πολιτικά πράγματα της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από τον πάπα γινόταν ηστέψη των βασιλέων, αυτός επισφράγιζε τις συμμαχίες, ενέκρινε βασιλικούς γάμους και διαζύγια, είχε λόγο στις σταυροφορίες κλπ. Από τα 1075 μέχρι τα 1122 και το συμβιβασμό του κονκορδάτου της Βορμς εκτυλίχτηκε αυτή η έριδα της περιβολής, ένα επεισόδιο της οποίας ήταν η ταπείνωση του Ερρίκου IV το Γενάρη του 1077από τον Πάπα Γρηγόριο VII όταν ο Γερμανός αυτοκράτορας χρειάστηκε να παραμείνει τρεις ολόκληρες μέρες ρακένδυτος και ξυπόλυτος έξω από την πύλη του κάστρου της Ματθίλδης στην Κανόσα της βόρειας Ιταλίαςμέχρι να του επιτρέψει ο πάπας από το κάστρο να μπει μέσα για να ζητήσει συγχώρηση.

xxxii V. Vynnychenko, Shchodennyk 1911 – 1920, Έντμοντον – Νέα Υόρκη: CIUS, 1980, σσ 431 – 432.

xxxiii Παρατίθεται από τον M.M. Popov, στο ίδιο, σσ 243 – 245.

xxxiv Για την ιστορία του Ουκαπισμού και για τον φιλο-ανεξαρτησιακό Ουκρανικό κομμουνισμό γενικά, το καλύτερο έργο είναι εκείνο του J.E. Mace, Communism and the Dilemmas of National Liberation: National Communism in Soviet Ukraine 1918 – 1933, Καίμπριτζ, Mass.: Harvard University Press, 1983.

xxxv Writings of Leon Trotsky (1936-1937), New York: Pathfinder Press, 1978, σσ.426- 427. Στην περίοδο της γκλάσνοστ του Γκορμπατσώφ, ειπώθηκε ότι αυτό δεν υπήρξε μόνο θέμα συζήτησης, αλλά επίσης και μια επίσημη υπόσχεση – με κακή πίστη, από την αρχή – από την Μπολσεβίκικη ηγεσία προς τον Μαχνό. Βλέπε το άρθρο «αποκαθιστώντας» το Μαχνοβίτικο κίνημα του V. Golovanov:«Batka Makhno ili 'oboroten' grazhdanskoi voiny», Literaturnaia Gazeta, αρ 6, 1989.

xxxvi M. Skrypnyk, στο ίδιο, σ 11.

xxxvii Υπόμνημα του Ουκρανικού ΚΚ στο Ukraiinska suspilno-politychna dumka v 20 stolitti, τομ 1, Νέα Υόρκη, Suchasnist, 1983, σ 456.

xxxviii [ΣτΜ] Υπήκοοι του Πρηγκιπάτου της Μόσχας ιστορικά αρχικού κρατικού μορφώματος της ρωσικής αυτοκρατορίας και μεταφορικά οι παλαιοί, βέροι Ρώσοι.

xxxix Η Ομιλία αυτή δεν βρίσκεται στα άπαντα του Λένιν. Αναφέρθηκε από τον τύπο της εποχής. Βλέπε R. Serbyn, «Lénine et la question ukrainienne en 1914: Le discours 'séparatiste' de Zurich» Pluriel – débat, αρ 25, 1981.

xl Υπόμνημα του Ουκρανικού ΚΚ, στο ίδιο, σσ 449 – 450.

xli M. Khvylovy, The Cultural Renaissance in Ukraine: Polemical Pamphlets, 1925 – 1926, Έντμοντον: CIUS, 1986, σ 227.